Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μακωνίδες ἄρτοι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάκρυμα
μάκρυμμα
μάκρυνσις
μακρύνω
μακρυσμός
μακρῷ
μάκρων
Μάκρων
Μάκρωνες
μακρῶς
μάκρωσις
μακρώτης
μακτήρ
μακτήριον
μακτήριος
μάκτης
μακτός
μάκτρα
μακτρισμός
μακτρίστρια
μακτροκτυπίαι
μάκτρον
Μακτώριον
Μάκυνα
Μακυνία
Μάκυνος
μακύνω
μακών
μάκων
μακώνειον
μακωνίδες ἄρτοι
μάλα
μαλαβάθρινος
μαλάβαθρον
μαλάγας
μάλαγμα
μαλαγματίζω
μαλαγματώδης
Μάλακα
μαλακαίπους
μαλακαύγητος
μαλακαυγητός
μαλακαύχητος
μαλάκεια
μαλάκειον
μαλακευνέω
μαλακεύνητος
μαλακευτικός
Μαλάκη
μαλάκηκτος
μαλακία
μαλάκια
μαλακίας
μαλακιάω
μαλακιέω
μαλακίζομαι
μαλακίζω
μαλακίννης
μαλάκιον
μαλακισμός
μαλακιστέον
…
μακωνίδες ἄρτοι
Save
Pape
μακωνίδες ἄρτοι
, [ᾱ] (s. μηκωνίς),
Mohnbrode
, Alcman. bei Ath. III.41a.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}